Η μεγάλη εικόνα πίσω από τη δημιουργία του NLP: η πορεία προς μια συνθετική προσέγγιση
Πολλοί χειριστές (Practitioners) του NLP, ή και δεξιοτέχνες χειριστές (Master Practitioners), ή ακόμα και εκπαιδευτές του NLP συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα κρίσιμο προβληματισμό, έχοντας μελετήσει και εξασκηθεί τα διαφορετικά τμήματα της εκπαιδευτικής ύλης των δύο βασικών προγραμμάτων (Practitioner & Master Practitioner): πώς δηλαδή αυτά συνδέονται μεταξύ τους και σε ποιο ευρύτερο μεθοδολογικό & επιστημονικό πλαίσιο εντάσσονται, ώστε με τον βέλτιστο και αποτελεσματικό τρόπο να χρησιμοποιηθούν. Αυτό το δίλλημα, στην πράξη, έχει τις απαρχές του στην ίδια την ίδρυση και θεμελίωση του NLP.
Στις απαρχές δημιουργίας του NLP, οι συνιδρυτές του, Richard Bandlrer (1950-) και John Grinder (1940-) προσανατολίστηκαν στις γλωσσολογικές διαφοροποιήσεις – στα γλωσσολογικά πρότυπα του Fritz Perls (1893 – 1970) και της Virginia Satir (1916 – 1988), και αργότερα του Milton Erickson (1901 - 1980), όπου ακόμα και οι ίδιοι δεν είχαν αναρωτηθεί για το ευρύτερο πλαίσιο όπου εντάσσονταν αυτές οι προσεγγίσεις ή ακόμα το τι συνέδεε αυτούς τους δύο κορυφαίους θεραπευτές.
Σε αυτή την πρώιμη περίοδο δημιουργίας του NLP, οι συνιδρυτές του επικεντρώθηκαν στην έννοια της αποτελεσματικότητας, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες τεχνικές της Μορφολογικής ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης Gestalt (π.χ. της μεθόδου της άδειας καρέκλας και της τεχνικής περιγραφής των ονείρων) και της Επικοινωνιακής Οικογενειακής Θεραπείας της V. Statir (π.χ. η τεχνική του οικογενειακού γλυπτού, της αλληγορικής οικογένειας και της αναπλαισίωσης).
Το 1972 o R. Bandler ήταν 21 ετών, σπουδαστής στο Kresge College του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στην Σάντα Κρούζ – UCSC (αποφοίτησε το 1973 στο γνωστικό αντικείμενο της Φιλοσοφίας & Ψυχολογίας και η μεταπτυχιακή του διατριβή ήταν στην Ψυχολογία). Ο J. Grinder το 1972 ήταν 31 ετών, δίδασκε στο Πανεπιστήμιο και μόλις το 1971 είχε ολοκληρώσει τη διδακτορική του διατριβή στη Γλωσσολογία, με θέμα On Deletion Phenomena in English.
Χωρίς να είναι ψυχολόγοι ή ψυχοθεραπευτές, και οι δύο προσπαθούσαν να αντιληφθούν τη δομή αυτής της μαγείας (magic) και των τεχνασμάτων (tricks), σύμφωνα με τη δική τους έκφραση, το πως δηλαδή συγκεκριμένες τεχνικές και παρεμβάσεις είχαν πραγματικό αποτέλεσμα στους πελάτες. Η ερευνητική τους προσέγγισή ήταν όμως κατά κάποιο τρόπο μινιμαλιστική και επικεντρώθηκε στην φαινομενολογική φυσιολογία, όπως για παράδειγμα οι ενδείξεις πρόσβασης (ποιο σύστημα αναπαράστασης χρησιμοποιεί κάποιος σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή), π.χ. των ματιών, και σε συγκεκριμένες γλωσσολογικές διαφοροποιήσεις. Χωρίς όμως να επικεντρώνονται σε ένα ευρύτερο θεωρητικό και μεθοδολογικό πλαίσιο. Στην πράξη αναζητούσαν τις διαφορές.
Και αυτός ο τρόπος οριοθέτησης του μοναδικού πεδίου του NLP απέρριψε οτιδήποτε και οποιονδήποτε από το χώρο της ψυχολογίας και ψυχοθεραπείας. Αυτό μάλιστα γίνεται φανερό σε όλη την πρωτότυπη βιβλιογραφία του NLP. Το αποτέλεσμα είναι να δυσκολευόμαστε να ορίσουμε το τι πραγματικά είναι το NLP. Σίγουρα είναι θεμελιωδώς ένα μοντέλο επικοινωνίας, αλλά επίσης είναι μια μορφή ψυχολογίας και μια προσέγγιση μίμησης αριστείας (μοντελοποίησης).
Αυτός ο αρχικός προσανατολισμός των ιδρυτών του NLP το απέκοψε από τις πηγές που το καθόρισαν και εδραίωσαν: Gestalt (F. Perls), Οικογενειακή συστημική θεωρία (V. Satir), Γνωσιακή (G. Miller, N. Chomsky), Γενική Σημασιολογία (A. Korzybski), Ανθρωπολογία (G. Bateson), Ανθρωπιστικές – υπαρξιακές προσεγγίσεις – Κίνημα Ανθρώπινου Δυναμικού (A. Maslow, C. Rogers, A. Huxley, V. Frankl).
Αν και από αυτή την οπτική το NLP φαίνεται σαν να μην έχει ιστορία, ωστόσο έχει. Αυτή η ιστορία ανάγετε πολύ πριν την ίδρυση του NLP, ως αποτέλεσμα των συνθηκών της εποχής και των κινημάτων στο χώρο της θεραπείας, όπου η οπτική μετατοπίζεται από την περιοχή της ασθένειας στην περιοχή της υγείας και της Ψυχολογίας της Αυτοπραγμάτωσης.
To Κίνημα του Ανθρώπινου δυναμικού (Human Potential Movement) είχε αναδυθεί από την αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960 και εδραίωσε την άποψη ότι μέσω της ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού, οι άνθρωποι μπορούν να βιώσουν μια εξαιρετική ποιότητα ζωής γεμάτη με ευτυχία, δημιουργικότητα και πληρότητα. Η εμφάνιση του κινήματος συνδέθηκε με την ανθρωπιστική ψυχολογία και επηρεάστηκε έντονα από τη θεωρία του αυτοελέγχου του A. Maslow ως την υπέρτατη έκφραση της ανθρώπινης ζωής. Το κίνημα συνδέθηκε με το ινστιτούτο Esalen, ένα μη κερδοσκοπικό αμερικανικό κέντρο στην Καλιφόρνια, το οποίο επικεντρώθηκε στην ανθρωπιστική εναλλακτική εκπαίδευση και ιδρύθηκε από τον Michael Murphy (1930-), ο οποίος έφερε τη μελέτη των δυνατοτήτων του ανθρώπου στο επίκεντρο της ψυχολογίας της προσωπικότητας (D. Cervone & L. A. Pervin, 2013, σσ. 276-278). To 1964 η V. Satir έγινε ο πρώτος διευθυντής εκπαίδευσης του Esalen, η οποία επέβλεπε το πρόγραμμα ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού. Εκείνη την περίοδο η Satir ήταν ήδη καθιερωμένη συγγραφέας, εκπαιδεύτρια και σύμβουλος. Είκοσι χρόνια αργότερα, η Satir ενθάρρυνε ενεργά τους θεραπευτές να στρέφουν την εστίασή τους στην εκπαίδευση των σχέσεων για να βοηθούν τους πελάτες τους να ανακαλύψουν «περισσότερη χαρά, περισσότερη πραγματικότητα, περισσότερη σύνδεση, περισσότερη ολοκλήρωση και περισσότερες ευκαιρίες για ανάπτυξη των ανθρώπων». Αντίστοιχα, το 1964 ο F. Perls συνδέθηκε με το ινστιτούτο, ο οποίος έζησε εκεί έως το 1969.
Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τη δεκαετία του 1980 και 1990 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε έμφαση σε προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων, όπως επικοινωνίας, ηγεσίας, κ.ά. τα οποία προσομοίαζαν στις αντιλήψεις του Κινήματος Ανθρώπινου Δυναμικού.
Θεωρητικό υπόβαθρο του NLP
Το θεωρητικό υπόβαθρο του NLP κατά τη θεμελίωση του βασίστηκε στη «Γενετική Μετασχηματιστική Γραμματική» (Generative-Tranformational Grammar) του Noam Chomsky (1928-), καθηγητή της γλωσσολογίας στο γνωστό εκπαιδευτικό ίδρυμα MIT, των Ηνωμένων Πολιτειών. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ο ίδιος ο J. Grinder στο βιβλίο του Whispering in the wind (John Grinder & Carmen Bostic, 2001, σ. 92). Ο ίδιος μάλιστα ο J. Grinder είχε εκπονήσει τη διδακτορική του διατριβή σε αυτό το αντικείμενο και εκδώσει το βιβλίο A Guide to Transformational Grammar (John Grinder & Suzette Haden Elgin, 1973).
Η Γενετική - Μετασχηματιστική Γραμματική αποτέλεσε στα τέλη του 20ου αιώνα μια από τις πιο κυριαρχούσες θεωρίες της γλώσσας στο χώρο της γενικής γλωσσολογίας. Κατά τη μετασχηματιστική θεωρία η γνώση της γλώσσας μπορεί να ερμηνευτεί μόνο ως παράγωγο της λειτουργίας ενός πεπερασμένου γλωσσικού συστήματος, το οποίο μπορεί να γίνει κτήμα του κάθε ανθρώπου. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει βασικά συντακτικά σχήματα και λέξεις και τους αντίστοιχους κανόνες, όπου παράγεται η εμπειρία της γλώσσας. Έτσι, σε επίπεδο θεωρίας το NLP ξεκίνησε βασιζόμενο στις υποθέσεις του μοντέλου της Γνωστικής Ψυχολογίας, στο πλαίσιο των εργασιών του George Miller (1920 – 2012) και Noam Chomsky το 1956 (Γ. Μπαμπινιώτη, 1980, σσ. 187-204 και N. Chomsky, 1991).
Από την εργασία μάλιστα των G. Miller, E. Galanter και K. H. Pribram Plans and the Structure of Behavior (G. Miller, E. Galanter, K. H. Pribram, 1960) το NLP άντλησε τη μεθοδολογία του σχήματος Τ.Ο.Τ.Ε. (Test – Operation – Test - Exit), βασικό εργαλείο του NLP στις Στρατηγικές, ένα θεμελιώδες κεφάλαιο του NLP με πολλαπλές εφαρμογές. Στο ίδιο πλαίσιο, το 1977 είχε προταθεί από τους R. C. Schank & R. P. Abelson η θεωρία των σεναρίων (script theory), κατά την οποία μέρος της γνώσης μας οργανώνεται σε εκατοντάδες στερεοτυπικές καταστάσεις με συνήθεις διαδοχικές δραστηριότητες (Π. Ρούσσος, 2011, σσ. 275 – 276).
Στη βάση της Μετασχηματιστικής Γραμματικής και έπειτα από μελέτες και παρατηρήσεις πού έκαναν οι δύο ιδρυτές του NLP στους θεραπευτές F. Perls και V. Satir δημιούργησαν το Μετά-Μοντέλο [της Γλώσσας] (Meta-Model), το οποίο περιγράφηκε με μεγάλη λεπτομέρεια το 1975 από τους ιδρυτές του NLP στο βιβλίο τους The structure of Magic, vol. I (R. Bandler & J. Grinder, 1975). Ο δεύτερος τόμος που αφορούσε τα συστήματα αναπαράστασης δημοσιεύτηκε το 1976 (R. Bandler & J. Grinder, 1976). Το Μετά-Μοντέλο, αποτελούνταν από μια σειρά λεκτικά πρότυπα, πού αναγνωρίζουν διάφορες περιοχές της γλωσσικής επικοινωνίας, οι όποιες δημιουργούν ασάφεια, αμφιβολία ή αμφισημία στην κατανόηση, και αντίστοιχα μπορούν να προκαλέσουν ανεπιθύμητους περιορισμούς, σύγχυση ή παρεξηγήσεις.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μελέτη του R. Bandler για τον F. Perls και την Gestalt δεν έγινε δια ζώσης, εφόσον ο Perls είχε πεθάνει το Μάρτιο του 1970. Έγινε μέσα από βιβλιογραφική μελέτη και από βιντεοσκοπημένες συνεδρίες. Ο R. Bandler το 1970, την περίοδο που ήταν φοιτητής, εργάζονταν στην αποθήκη του εκδοτικού οίκου Science and Behavior Books και του είχε ανατεθεί η απομαγνητοφώνηση των ταινιών του F. Perls. Αυτή η εργασία μετέφερε στον Bandler σημαντική εμπειρία και την Άνοιξη του 1972, ως τετραετής φοιτητής του επιτράπηκε να δημιουργήσει το δικό του εκπαιδευτικό υλικό (curriculum) για μια εκπαιδευτική τάξη στο Πανεπιστήμιο. Και εκεί «δίδαξε» (ως φοιτητής) τη θεραπεία Gestalt, με επιβλέποντα καθηγητή τον J. Grinder. Αυτό αποτέλεσε και το ορόσημο γνωριμίας των δύο. Την ίδια περίπου περίοδο, ο εκδοτικός οίκος που εργαζόταν ο R. Bandler ήθελε να βιντεοσκοπήσει συνεδρίες της V. Satir στον Καναδά και έτσι τον έστειλαν εκεί (Dr. R. S. Spitzer, 1992 και Grinder & F Pucelik (ed.), 2013).
Με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε η αποκωδικοποίηση των γλωσσολογικών προτύπων που χρησιμοποιούσε η Satir για τις τεχνικές του Οικογενειακού Γλυπτού, και αυτά της συναίσθησης της Gestalt, της αδειανής καρέκλας και της διαδικασίες διαπροσωπικών συγκρούσεων. Ειδικότερα με τη V. Satir, οι συνιδρυτές του NLP συνεργάστηκαν για τη συγγραφή του βιβλίου Changing with Families: A Book about Further Education for Being Human το 1976 (V. Satir, J. Grinder, R. Bandler, 1976). Βασικό στοιχείο της εργασίας αυτής αποτελούσε η έννοια των εσωτερικών «κομματιών» (μέρος της έννοιας της Επαναπλαισίωσης & Συνοχής του NLP), των διαφορετικών πλευρών του εαυτού μας που περιέχουν διαφορετικές αξίες, ακολουθούν διαφορετικά ενδιαφέροντα, έχουν διαφορετικές προθέσεις και κάποιες φορές μπορεί και να συγκρούονται.
Στην πράξη το NLP αποτελούσε ένα Μοντέλο και το θεωρητικό του υπόβαθρο βρίσκονταν στις υποθέσεις – αξιώματά του, όπως :
Ο χάρτης δεν είναι το έδαφος.
Οι άνθρωποι είναι χαρτογράφοι της πραγματικότητας.
Κάθε συμπεριφορά κρύβει μια θετική πρόθεση.
Κάθε συμπεριφορά είναι ωφέλιμη εν σχέση προς κάποιο περιβάλλον.
Η ουσία [το αποτέλεσμα] της επικοινωνίας είναι η αντίδραση που λαμβάνω.
Το NLP ως γνωσιακή – συμπεριφοριστική ψυχολογία βασισμένη στη φιλοσοφία του κονστρουκτιβισμού, σε σχέση με την πραγματικότητα, και τη φαινομενολογική φιλοσοφία της ανθρώπινης φύσης, ξεκινά με την υπόθεση ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των νοητικών μας χαρτών για τον κόσμο και τον ίδιο τον κόσμο. Έτσι το NLP ξεκινά με το αξίωμα, ότι ο χάρτης δεν είναι το έδαφος, η οποία και αποτέλεσε την πιο γνωστή φράση του πολωνο-αμερικανού ανεξάρτητου ερευνητή Alfred Korzybski (1879-1950) τo 1933, ο οποίος ανέπτυξε ένα πεδίο έρευνας που ονομάστηκε γενική σημασιολογία - general semantics (A. Korzybski, 1994).
Αντίστοιχα, το 1974 ο G. Bateson, έχοντας γοητευτεί από τα πρώτα χειρόγραφα του The Structure of Magic, σύστησε τους συνιδρυτές του NLP στον κορυφαίο κλινικό υπνοθεραπευτή Milton Erickson, με τον οποίο γνωρίζονταν από τη δεκαετία του 1930 στο πλαίσιο έρευνάς του, μαζί με την ανθρωπολόγο Margaret Mead (1901 – 1978) για τους υπνωτικούς χορούς στο Μπαλί (G. Bateson & Margaret Mead, 1942 και J. Grinder & F Pucelik (ed.), 2013). Έπειτα από σχετική μελέτη και εργασίες προχώρησαν στην μοντελοποίηση των υπνωτικών γλωσσολογικών προτύπων του Erickson, τα οποία αποτυπώνονται στο δίτομο έργο Patterns of the Hypnotic Techniques of Milton H. Erickson, M.D. (R. Bandler & J. Grinder, 1975 και J. Grinder, Judith DeLozier, R. Bandler, 1977) και αποτέλεσαν το Μοντέλο Μίλτον (Milton Model) του NLP, το οποίο στην πράξη αποτελούσε μια αντιστροφή των γλωσσολογικών προτύπων του Μετά – Μοντέλου.
Τα στοιχεία που εκμαίευσαν μελετώντας αυτούς τους τρεις ψυχοθεραπευτές έθεσαν ουσιαστικά τις βάσεις του NLP: π.χ. το Μετά-Μοντέλο της Γλώσσας προήλθε από τη V. Satir και τον F. Perls, οι έννοιες του να συμβαδίζουμε και να καθοδηγούμε, η οπτικοκιναισθητική αποσύνδεση και τα υπνωτικά πρότυπα από τον M. Erickson, η αναγνώριση της απουσίας συνοχής, η εργασία με τα τεμάχια και οι πολικότητες και οι εξωλεκτικές ενδείξεις από τον F. Perls.
Παράλληλα, από το καλοκαίρι του 1976 οι δύο συνιδρυτές του NLP εισήγαγαν τις πρακτικές – τεχνικές της Αγκρυροβόλησης, σε συνδυασμό με τεχνικές των συστημάτων αναπαράστασης και ενδείξεων πρόσβασης (J. Eicher, It’s a Fresh Wind that Blows against the Empire, στο J. Grinder & F Pucelik (ed.), 2013). Διεξοδική αναφορά γι’ αυτές τις τεχνικές γίνεται στο βιβλίο Frogs into Princes. Neuro-Linguistic Programming (R. Bandler & J. Grinder, 1979, στην Ελληνική γλώσσα: R. Bandler & J. Grinder 1999, Από βάτραχοι πρίγκιπες. Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός). Η αγκυροβόληση είναι μια τεχνική, πού βασίζεται στις εργασίες του Ρώσου φυσιολόγου Ivan Pavlov (1849 - 1936) για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά, όπου αποτέλεσαν μια σημαντική θεωρητική βάση της κλασσικής ψυχολογίας της συμπεριφοράς (John Watson, B.F. Skinner, κ.ά.). Επιπρόσθετα, εισήγαγαν την έννοια της Επαναπλαισίωσης, τη μεταβολή δηλαδή του νοήματος ενός βιώματος θέτοντας το σε ένα άλλο πλαίσιο, όρο που είχε χρησιμοποιήσει ο G. Bateson το 1955 (G. Bateson, 1955 και E. Goffman, 1974).
Ουσιαστικά όμως το 1975 αποτέλεσε και το ορόσημο δημιουργίας του NLP.
Στην αρχική περίοδο ανάπτυξης του NLP:
το 1976 ο Robert Dilts (1955-) ξεκίνησε τη συγγραφή των πρώτων δοκιμίων για το NLP, όπου εκδόθηκαν το 1983 με τον τίτλο Roots of Neuro-Linguistic Programming (R. Dilts, 1983).
τo 1978 o ψυχοθεραπευτής David Gordon βασιζόμενος στα βασικά μοντέλα του NLP εξέδωσε το βιβλίο Therapeutic Metaphors (D. Gordon, 1978).
το 1978 ο R. Bandler και J. Grinder ανέθεσαν στον R. Dilts τη συγγραφή του βιβλίου NLP Volume I, το οποίο εκδόθηκε το 1980 (R. Dilts, J. Grinder, R. Bandler, L. C. Bandler, J. DeLozier, 1980).
από το 1979, έως το 1985 ο Steve και Connaire Andreas επιμελήθηκαν μια σειρά βιβλίων που βασίστηκαν σε απομαγνητοφωνήσεις σεμιναρίων του NLP που πραγματοποίησαν ο R. Bandler και ο J. Grinder:
το 1979 εκδόθηκε το βιβλίο Frogs into Princes. Neuro-Linguistic Programming (R. Bandler & J. Grinder, 1979).
στη συνέχεια, τo 1981 εκδόθηκε το Trance-formations: Neuro-Linguistic Programming and the structure of Hypnosis (J. Grinder & R. Bandler, 1981).
το 1982 ο R. Bandler και ο J. Grinder δημοσίευσαν μια λεπτομερή μελέτη για την Επαναπλαισίωση, μια από τις βασικές τεχνικές του NLP (R. Bandler & J. Grinder, 1982).
τo 1985 o R. Bandler δημοσιεύει το βιβλίο Using your Brain for a Change, ιδέα κεντρική στο NLP (R. Bandler, 1985).
τέλος, το 1988 στο βιβλίο An insider’s guide to Sub-Modalities παρουσιάζονται οι εργασίες του R. Bandler σε σχέση με τις Υποτροπικότητες (W. MacDonald & R. Bandler, 1988).
Σε αυτή την πρώτη φάση ανάπτυξης του NLP δόθηκε κυρίως έμφαση σε μια καλή επικοινωνία. Η ανακάλυψη της περιόδου αυτής ήταν, ότι οι δομές μιας καλής επικοινωνίας είναι διδάξιμες. Αυτή η ανακάλυψη είχε τεράστια θεραπευτική αξία. Το θεραπευτικό συμπέρασμα συνοψίζεται ως εξής: εάν μια γόνιμη επικοινωνία είναι επακόλουθο μιας αντίστοιχης συμπεριφοράς και το αντίστροφο, τότε θα πρέπει να ισχύει αυτό και στην περίπτωση της εσωτερικής ταραχής: όχι μόνο μια διαταραγμένη επικοινωνία είναι απόρροια μιας διαταραγμένης συμπεριφοράς, αλλά και μια διαταραγμένη επικοινωνία διαταράσσει την συμπεριφορά. Η λογική συνέπεια αυτής της διαπίστωσης είναι η ιδέα, ότι μια σωστή και κατάλληλη επικοινωνία με τον πελάτη αποτελεί μια μαθησιακή εμπειρία, που κάποτε θα άρει την διαταραχή του (η επικοινωνία είναι μια βραχυπρόθεσμη μάθηση και η μάθηση μια μακροπρόθεσμη επικοινωνία).
Σταδιακά, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 προστέθηκε στο NLP και η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, με την ανάπτυξη αποτελεσματικών τεχνικών για να άρουν τα διάφορα συμπτώματα συμπεριφοράς - έτσι ώστε να έχουμε καλύτερη διαπροσωπική επικοινωνία. Από την αλληλουχία της συμπεριφοράς με την επικοινωνία προέκυψε η διαπίστωση ότι η διαταραγμένη επικοινωνιακή συμπεριφορά του κοινωνικού μου περιβάλλοντος προάγει και σε εμένα μια διαταραγμένη επικοινωνιακή συμπεριφορά.
Ως εκ τούτου προέκυψαν τα ερωτήματα:
Πώς μπορούμε να φύγουμε από αυτό τον φαύλο κύκλο μιας δυσλειτουργικής επικοινωνίας;
Αρκεί για μια καλή επικοινωνία να εκδίδουμε οδηγίες χρήσεως για το πως μπορούμε να βελτιώσουμε την επικοινωνία μας και όλοι μας να μπορούμε να την βελτιώνουμε αμέσως;
Γιατί μερικοί μαθαίνουν τις οδηγίες χρήσεως μιας γόνιμης επικοινωνίας καλύτερα από τους άλλους;
Αυτά ήταν τα ερωτήματα πού προετοίμασαν το έδαφος για το επόμενο στάδιο εξέλιξης του NLP από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά, όπου ο R. Dilts, J. Grinder, κ.ά. απάντησαν σε αυτά τα ερωτήματα με την εργασία τους για θέματα περί των πεποιθήσεων, αξιών και ταυτότητας (Βλέπε : J. Grinder & J. DeLozier, 1987, R. Dilts, T. Hallbom, S. Smith, 1990, R. Dilts 1999, John Grinder & Carmen Bostic,2001). Δηλαδή, η θεωρητική και πρακτική τους εργασία τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κυρίως οι περιοριστικές μας πεποιθήσεις είναι αυτές, που μας εμποδίζουν να έχουμε μια συγκεκριμένη, επιθυμητή συμπεριφορά. Να σημειωθεί ότι ήδη από τη δεκαετία του 1950 γνωστικοί θεραπευτές είχαν ήδη διευρύνει την εστία ενδιαφέροντος, παράλληλα με τη συμπεριφορά, και σε νοητικά φαινόμενα, όπως σκέψεις, υποθέσεις και πεποιθήσεις (M. O’Brien & G. Houston, 2004). Στο πλαίσιο αυτό, σημαντική ήταν η ιδέα των Νευρολογικών Επιπέδων, γνωστά και ως Λογικά Επίπεδα του Ντίλτς (Dilts Logical Levels), που αναπτύχθηκαν από τον R. Dilts, ως απόρροια των εργασιών του G. Bateson για τα επίπεδα της μαθησιακής διεργασίας, και χρησιμοποιήθηκαν για την εκμαίευση ευκαιριών και επίλυση προβλημάτων. Επιπρόσθετα, ο J. Grinder και η J. DeLozier, εισήγαγαν την έννοια του Νέου Κώδικα (New Code) στο NLP, όπου ο προσανατολισμός από τη συνειδητή επίγνωση μετατοπίζετε στον υποσυνείδητο νου, ως πιο ευφυή και με λιγότερες πιθανότητες στο λάθος.
Σήμερα, στο πεδίο του NLP κανένας δεν ισχυρίζεται πια ότι η κακή επικοινωνία βασίζεται κυρίως στην άγνοια ή στην ανικανότητα μας, άλλα κυρίως στο συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο βλέπουμε - αναπαριστούμε τον κόσμο και ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας. Αυτά τα στοιχεία προσδίδουν αποφασιστικά την ποιότητα στην επικοινωνία μας. Γνωρίζουμε, ότι ο στον τρόπο της επικοινωνίας που καθορίζεται από τον εσωτερικό μας κόσμο, διαδραματίζουν σε αυτή αποφασιστικά ρόλο οι πεποιθήσεις και οι αξίες μας. Δεν αμφισβητείται ουσιαστικά η σημασία της μάθησης της επικοινωνίας, αλλά λαμβάνονται υπόψη και άλλες συνιστώσες. Έτσι, η σημερινή μας αντίληψη συνάδει καλύτερα με την σύνθετη πραγματικότητα της επικοινωνίας.
Βιβλιογραφία
Γ. Μπαμπινιώτη (1980), Θεωρητική Γλωσσολογία, Εισαγωγή στη σύγχρονη Γλωσσολογία, Αθήνα.
R. Bandler (1985), Edited by S. Andreas and C. Andreas, Using your Brain for a Change, Real People Press: Utah.
R. Bandler & J. Grinder (1975), Patterns of the Hypnotic Techniques of Milton H. Erickson, M.D. vol I, Scotts Valley CA: Grinder & Associates
R. Bandler & J. Grinder (1975), The Structure of Magic. A book about Language and Therapy, Palo Alto, California: Science and Behavior Books, Inc.
R. Bandler & J. Grinder (1979), Edited by Steve Andreas, Frogs into Princes. Neuro-Linguistic Programming, Real People Press: Utah.
R. Bandler & J. Grinder (1982), Edited by S. Andreas and C. Andreas, Reframing, Real People Press: Utah.
R. Bandler & J. Grinder (1999), Από βάτραχοι πρίγκιπες. Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός, Αθήνα: Εκδόσεις Αλκυών.
G. Bateson & Margaret Mead (1942), Balinese Character: A Photographic Analysis, New York: New York Academy of Sciences.
G. Bateson (1955), A Theory of Play and Fantasy, στο Psychiatric Research Reports, 2.
D. Cervone & L. A. Pervin (2013), μετάφραση Α. Αλεξανδροπούλου & Β. Κομπορόζος, Θεωρίες Προσωπικότητας. Έρευνα και Εφαρμογές. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg, σσ. 276-278.
N. Chomsky (1991), Συντακτικές Δομές (μτφ. Φώτης Καβουκόπουλος), Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη.
R. Dilts, J. Grinder, R. Bandler, L. C. Bandler, J. DeLozier (1980), Neuro-Linguistic Programming: Volume I. The study of the structure of subjective experience, Meta Publications: CA.
R. Dilts (1983), Roots of Neuro-Linguistic Programming, Meta Publications: CA.
R. Dilts, T. Hallbom, S. Smith (1990), Beliefs. Pathways to health & well-being, Portland, Oregon: Metamorphous Press.
R. Dilts (1999), Sleight of Mouth. The magic conversational belief, CA: Meta Publications.
E. Goffman (1974), Frame Analysis: An Essay on the Organization of Experience, London: Harper and Row.
D. Gordon (1978), Therapeutic Metaphors. Helping others through the looking glass, Meta Publications: CA.
J. Grinder & S. H. Elgin (1973), A Guide to Transformational Grammar, Holt, Rhinehart and Winston, Inc.
J. Grinder, J. DeLozier, R. Bandler (1977), Patterns of the Hypnotic Techniques of Milton H. Erickson, M.D. vol II, Scotts Valley CA: Grinder & Associates.
R. Bandler & J. Grinder (1976), The Structure of Magic ΙΙ, Palo Alto, California: Science and Behavior Books, Inc.
J. Grinder & R. Bandler (1981), Edited by C. Andreas, Trance-formations: Neuro-Linguistic Programming and the structure of Hypnosis, Real People Press: Utah.
J. Grinder & J. DeLozier (1987), Turtles all the way down. Prerequisites to Personal Genius, CA: Grinder & Associates.
J. Grinder & C. Bostic (2001), Whispering in the wind, Scotts Valley, CA: J & C Enterprise.
J. Grinder & F Pucelik (ed.) (2013), The Origins of Neuro Linguistic Programming, Crown House Publishing.
A. Korzybski (1994), Science and Sanity. An Introduction to non-Aristotelian Systems and General Semantics, 5th ed. NY, USA: Institute of General Semantics.
W. MacDonald & R. Bandler (1988), An insider’s guide to Sub-Modalities, CA: Meta Publications Inc.
G. Miller, E. Galanter, K. H. Pribram (1960), Plans and the Structure of Behavior, USA: Holt, Rinehart and Winston, Inc.
M. O’Brien & G. Houston (2004), Συνθετική Θεραπεία, μετάφραση Σ. Μεταξάς, Αθήνα: Εκδόσεις Π. Ασημάκης.
Π. Ρούσσος (2011), Γνωστική Ψυχολογία. Οι βασικές γνωστικές διεργασίες, Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.
V. Satir, J. Grinder, R. Bandler (1976), Changing with Families: A Book about Further Education for Being Human, Palo Alto, CA: Science and Behavior Books.
Dr. R. S. Spitzer (1992), Virginia Satir & Origins of NLP, στο Anchor Point, The International Journal for Effective NLP Communicators, τεύχος Ιουλίου 1992.
コメント