Παρουσίαση της Συνθετικής προσέγγισης κατά την εφαρμογή της στην Συμβουλευτική
Από τις αρχές του 20ου αιώνα οι επιστήμες εξετάζουν τον άνθρωπο και την προβληματική του υπογραμμίζοντας τις διαφορετικές πλευρές των δυσκολιών που αντιμετωπίζει. Στο πλαίσιο της εξέλιξης των βασικών προβληματισμών του ανθρώπου, μέσα στη νεότερη δυτική κοινωνία και ιστορία, αναπτύχθηκαν παράλληλα και οι αντίστοιχες σχολές της ψυχολογίας (πέντε κύματα της ψυχολογίας μέχρι σήμερα) για να μελετήσουν και επιλύσουν αυτά τα προβλήματα (Μπουκάι Χ., 2010, σσ. 59-61).
Αυτές οι κοινωνιολογικές και ψυχοθεραπευτικές σχολές ανέδειξαν ηγεμονικές φυσιογνωμίες & προσωπικότητες και για δεκαετίες αυτοί οι θεραπευτές παρέμειναν άνευ όρων αφοσιωμένοι στην θεωρητική σχολή που είχαν επιλέξει. Έτσι, η ψυχοθεραπεία ως επάγγελμα θεμελιώθηκε γύρω από ένα σύνολο διακριτών ιδεών και θεωρητικών μοντέλων, κάθε ένα από τα οποία υποστηρίζεται από το δικό του εκπαιδευτικό φορέα ή επαγγελματικό σύλλογο. Το μεγαλύτερο μέρος των συγγραμμάτων είναι οργανωμένο σε Κεφάλαια που αναφέρονται σε κάθε έναν Θεωρητικό ξεχωριστά ή σε συγκεκριμένες σχολές και προσεγγίσεις.
Ωστόσο, οι σημερινοί επαγγελματίες στο χώρο της ψυχικής υγείας είναι πιο ανοιχτοί στη σύνθεση των βέλτιστων ιδεών από τις διάφορες σχολές παρά στην αναζήτηση της καλύτερης θεωρίας.
Η συνθετική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία επιδιώκει να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και την εγκυρότητα της παροχής συμβουλών, καθώς οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης υποστηρίζουν ότι καμία θεωρία δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες ποικιλόμορφων πελατών με ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων και συνθηκών ζωής.
Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο αυτό, οι Σύμβουλοι θα πρέπει να είναι ανοιχτοί σε μια συνθετική προσέγγιση στη συμβουλευτική και να προσπαθούν να ενσωματώσουν στην πρακτική τους πολλαπλές θεωρίες και τεχνικές, οι οποίες θα τους επιτρέψουν να συνεργαστούν αποτελεσματικά με τους πελάτες και στα τρία επίπεδα ανθρώπινης εμπειρίας: συναίσθημα, σκέψη και συμπεριφορά.
Μέρος Α: Βασικές έννοιες της Συνθετικής Προσέγγισης στην Ψυχοθεραπεία και τη Συμβουλευτική
Η έννοια της Σύνθεσης στη Ψυχοθεραπεία και τη Συμβουλευτική
Αν και ο όρος ενθουσιάζει τους θεραπευτές στο άκουσμά του, για πολλούς δεν είναι ξεκάθαρο το ακριβώς αυτός ο όρος εννοεί. Σε μια γενική προσέγγιση θα μπορούσαμε κατ’ αρχήν να αντιληφθούμε τη συνθετική διαδικασία στην Ψυχοθεραπεία ως μια διορθωτική τάση σε ένα υπερκατακερματισμένο πεδίο. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι τη δεκαετία του 1980 ο αριθμός των διαφορετικών μοντέλων συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας ξεπερνούσε τα 400 (O’ Brien, M. & Houston, G., 2004, σ.1-2). Επί της ουσίας, η υπερ–τμηματοποίηση των διαφόρων τομέων μάθησης αποτελεί απώλεια, τόσο για τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας, όσο και για τους ανθρώπους (πελάτες) που αυτές εξυπηρετούν.
Αυτό που μπορούμε πάντως να παρατηρήσουμε σε διεθνές επίπεδο είναι ότι υπάρχει, παράλληλα με την υπάρχουσα τάση τμηματοποίησης, μια ισχυρή ώθηση στην κατεύθυνση της σύνθεσης.
Μια σειρά από μελέτες τις δεκαετίες του 1960 και 1970 κατέδειξαν ότι αυξάνονταν συνεχώς οι επαγγελματίες που περιέγραφαν τον εαυτό τους ως οπαδό του «εκλεκτισμού» (βλέπε παρακάτω) και της σύνθεσης. Σε έρευνα το 1974, το 55% Κλινικών Ψυχολόγων στις ΗΠΑ αυτόπροδιορίζονταν ως οπαδοί του εκλεκτισμού. Το 1983 σε άλλη μελέτη στις ΗΠΑ, το 30% ψυχοθεραπευτών αυτοπροσδιορίζονταν ως εκλεκτικοί. Αντίστοιχα, σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1999 στη Μεγάλη Βρετανία σε Συμβούλους και Ψυχοθεραπευτές στην ερώτηση σχετικά με τις τεχνικές παρέμβασης, το 95% δήλωναν ότι χρησιμοποιούσαν ένα εκλεκτικό μείγμα στρατηγικών παρέμβασης (McLeod, J., 2005, σσ. 94-95).
Μεγάλο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει έρευνα που διενήργησε ο μη κερδοσκοπικός εκπαιδευτικός οργανισμός Psychotherapy Networker το 2007, όπου μόνο το 4,2% των ερωτηθέντων αναγνώρισαν ότι ευθυγραμμίζονται αποκλειστικά με ένα μοντέλο θεραπείας. Το υπόλοιπο, 95,8%, ισχυρίστηκε ότι ήταν Συνθετικοί, που σημαίνει ότι συνδύαζαν μια ποικιλία μεθόδων ή προσεγγίσεων στην συμβουλευτική τους πρακτική (Corey, G., 2009, σ. 449).
Στο χώρο της συμβουλευτικής η συνθετική προσέγγιση αποτελεί τη διαδικασία της επιλογής μεθόδων και τεχνικών από διαφορετικά ψυχοθεραπευτικά συστήματα. Μια συνθετική προσέγγιση στη Συμβουλευτική και την Ψυχοθεραπεία αναφέρεται στις προσπάθειες υπέρβασης των στενών ορίων των ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων, με τη διερεύνηση νέων πεδίων γνώσης και των τρόπων που οι πελάτες μπορούν να ωφεληθούν από άλλες προοπτικές (Corey, G., 2001, σ. 271).
Η ανάγκη για μια συνθετική προσέγγιση στη Ψυχοθεραπεία και τη Συμβουλευτική
Η συνθετική ψυχοθεραπεία έχει τις ρίζες της σε αρκετές διαφορετικές παραδόσεις που ενώθηκαν κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, αλλά που βασίζονται σε παλαιότερες φιλοσοφικές ιδέες. Βασική αφετηρία αποτέλεσε η φιλοσοφική θέση ότι δεν μπορεί να υπάρχει μια και μόνη αλήθεια (Gilbert, M. & Orlans, V., 2011, σσ.19-20).
Ιστορικά μπορούμε να διαπιστώσουμε τις απαρχές της συμφιλίωσης μεταξύ Ψυχανάλυσης και Συμπεριφορισμού από το 1932. Διαπιστώθηκε ότι ή έννοια της απώθησης στην ψυχανάλυση παρομοίαζε με την έννοια της απόσβεσης του Συμπεριφορισμού. Ο I. Pavlov είχε αναφέρει ότι ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό που έχει αποσβεσθεί πειραματικά δεν καταστρέφεται μόνιμα, όπως ακριβώς στην ψυχανάλυση υπάρχουν διάφορα βάθη απώθησης. Από τη δεκαετία του 1950 άρχισε να γίνεται μια προσπάθεια συμφιλίωσης αντιθετικών τρόπων θεώρησης ορισμένων ψυχολογικών διεργασιών, όπως η παλινδρόμηση, το άγχος, η απώθηση, ώστε να επιτευχθεί ένα συμπληρωματικό μοντέλο βασικών διεργασιών. Οι προσπάθειες αυτές συνεχίστηκαν τις επόμενες δεκαετίες. Οι Frank & Frank το 1961 αναφέρθηκαν σε λίστα «ιαματικών παραγόντων» στην ψυχοθεραπεία, όπως η προσδοκία και η ελπίδα του πελάτη ότι θα βοηθηθεί, κ.ά. (Gilbert, M. & Orlans, V., 2011, σ.32). Σταδιακά, πολλοί οπαδοί διαφορετικών σχολών ψυχοθεραπείας έγιναν πιο ανοιχτοί σε άλλες προσεγγίσεις.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η ψυχοθεραπεία χαρακτηρίζεται από μια ισχυρή τάση προς τη σύνθεση. Αυτή η κίνηση βασίστηκε στο συνδυασμό βέλτιστων πρακτικών διαφορετικών προσεγγίσεων έτσι ώστε να αναπτυχθούν πληρέστερα θεωρητικά μοντέλα και να εφαρμοστούν αποτελεσματικότερες θεραπευτικές παρεμβάσεις (Corey, G., 2001, σ. 271). Στο πλαίσιο αυτών των προβληματισμών, το 1983 συστάθηκε στις ΗΠΑ ο διεθνής Οργανισμός «Society for the Exploration of Psychotherapy Integration» , με στόχο την προώθηση, εξερεύνηση και ανάπτυξη προσεγγίσεων ψυχοθεραπείας που συνθέτουν θεωρητικούς προσανατολισμούς, κλινικές πρακτικές και διαφορετικές μεθόδους έρευνας. Μια διεξοδική παρουσίαση της ιστορίας της σύνθεσης μπορεί κάποιος να βρει στο Marvin R. Goldfried, M.R., Pachankis, J.E. and Bell, A.C., 2005.
Ένας λόγος που οδήγησε στην ανάπτυξη της συνθετικής κίνησης αποτελεί η αναγνώριση ότι καμία μεμονωμένη θεωρία είναι αρκετά πλήρης στο να συμπεριλάβει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ειδικότερα εάν λάβουμε υπόψη μας το εύρος των τύπων των πελατών, το πολιτισμικό υπόβαθρό τους και τα συγκεκριμένα προβλήματά τους (Corey, G., 2001, σ. 272). Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό μέσα από μια σειρά αντιληπτικών μειονεκτημάτων των τριών κυρίων σχολών ψυχοθεραπείας (Gilbert, M. & Orlans, V., 2011, σ. 31):
Η Ψυχανάλυση έχει επικριθεί γι’ αυτό που κάποιοι αντιλαμβάνονται ως υπερβολική διάρκεια της θεραπείας, καθώς και για την έλλειψη εστίασης σε συγκεκριμένες συμπεριφορικές αλλαγές στο πλαίσιο συγκεκριμένων συμπτωμάτων.
Η Συμπεριφορική θεραπεία έχει κατηγορηθεί, ότι ενώ ασχολείται με την επίλυση συγκεκριμένων συμπτωμάτων, δεν ασχολείται με τα βαθύτερα δομικά προβλήματα της προσωπικότητας του πελάτη.
Οι Ανθρωπιστικές θεραπείες ενώ δίνουν έμφαση στο δυναμικό ανάπτυξης και την αυτοπραγμάτωση, έχουν κατηγορηθεί ότι είναι υπερβολικά αισιόδοξες και ελαχιστοποιούν τη «σκοτεινή» πλευρά της εμπειρίας, υποτιμώντας τις υπαρξιακές πραγματικότητες της ανθρώπινης υπόστασης.
Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι τα πορίσματα που βασίζονται στη μετά-ανάλυση εκατοντάδων μελετών δείχνουν σταθερά αμελητέες διαφορές στην αποτελεσματικότητα μεταξύ των διαφορετικών σχολών. Σε ορισμένες βέβαια περιπτώσεις υπάρχουν διαφορετικά αποτελέσματα από διαφορετικές προσεγγίσεις, ειδικότερα όταν η διαταραχή είναι έντονη και βαριά. Τα ευρήματα αναδεικνύουν το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η επάρκεια και ικανότητα του θεραπευτή στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Επίσης, τα χαρακτηριστικά του πελάτη συμβάλουν στη διαφορά της αποτελεσματικότητας. Τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν ότι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ πελάτη – θεραπευτή – τεχνικής. Συνολικά διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να συνιστούν τον ένα τύπο θεραπείας έναντι μιας άλλης (O’ Brien, M. & Houston, G., 2004, σσ. 36-37).
Η αναθεώρηση όμως και ο σκεπτικισμός απέναντι στην μοναδικότητα των παραδοσιακών μοντέλων θεραπείας έρχεται από μια συνδυαστική προσπάθεια πολλών επιστημονικών κλάδων από τα τέλη του 20ου αιώνα.
Οι σύγχρονες τεχνολογίες απεικόνισης της λειτουργίας του εγκεφάλου και της νευρολογικής λειτουργίας έχουν δώσει ώθηση στην αναπτυξιακή ψυχολογία, προσφέροντας νέες προοπτικές σχετικά με τη θεωρία της μάθησης και τις ασυνείδητες σφαίρες τις εμπειρίας που βασίζονται στη συναισθηματική επεξεργασία που επιτελείται στον λεγόμενο πρωτόγονο εγκέφαλο (αρχαίος εγκέφαλος των θηλαστικών) & το μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου, το οποίο σχετίζεται με τις βασικές βιολογικές ανάγκες (Gilbert, M. & Orlans, V., 2011, σσ. 51-53 και Δόβελος, Γ., 2020, βλέπε ειδικότερα Κεφάλαιο 6 – Νευροβιολογία του Συναισθήματος).
Τα συνεχή συναισθήματα της σύνδεσης (δεσμού) του βρέφους με τον πρωταρχικό φροντιστή του και η φύση της σχέσης του συναισθηματικού δεσμού, ο οποίος επηρεάζει την αίσθηση του εαυτού, αναδεικνύει την τεράστια σημασία των «ενστικτωδών», εξελικτικών συναισθηματικών – συγκινησιακών καταστάσεων. Σε νευρολογικό επίπεδο μάλιστα αυτές οι εγγραφές γίνονται στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, στο επίπεδο του οποίου δεν έχουμε λεκτική πρόσβαση (Schore. A.N., 2014).
Όλες αυτές οι εξελίξεις αποτελούν ένα ισχυρό επιχείρημα για την ανάγκη μιας προοπτικής σχετικά με την ανθρώπινη σχεσιακή λειτουργία, η οποία δεν δύναται να βασιστεί σε μια μόνο θεωρητική προσέγγιση.
Ορισμοί και Κατηγορίες της Σύνθεσης
Ένας πρώτος ορισμός της σύνθεσης αναφέρεται σε μια ολιστική θεώρηση του ατόμου, ως ένα σύνθετο όλον: συναισθηματικά, γνωστικά, συμπεριφορικά, σωματικά και πνευματικά. Με αυτή την έννοια, η σύνθεση αποσκοπεί στο να βοηθήσει το άτομο να αντιμετωπίσει επιτυχημένα τα εμπόδια προς την επίγνωση, ώστε το άτομο να γίνει «ολόκληρο» και να πάρει τα ηνία της ζωής του. Ένας δεύτερος ορισμός αναφέρεται στη σύνθεση θεωριών και/ή εννοιών και/ή τεχνικών από διαφορετικές προσεγγίσεις στην ψυχοθεραπείας. Αυτό αποτελεί μια σύνθεση στο επίπεδο της θεωρίας και της τεχνικής (Gilbert, M. & Orlans, V., 2011, σ.35).
Επί της ουσίας υπάρχουν πολλοί δρόμοι για την επίτευξη μιας θεραπευτικής προσέγγισης στη συνθετική συμβουλευτική πρακτική. Μια σχετική κατηγοριοποίηση των ρευμάτων της συνθετικής προσέγγισης έγινε το 2006 και 2008 από τους Norcross, Beutler και Dattilio (Norcross, J. C., & Beutler, L. E. 2008 και Dattilio, F. M., & Norcross, J. C. 2006).
Τεχνικός Εκλεκτισμός (Technical Eclectism)
Ο εκλεκτισμός εστιάζει στην άμεση πρακτική επιλογή παρέμβασης, στο τι είναι πιθανόν να λειτουργήσει σε μια συγκεκριμένη στιγμή, και δεν ενδιαφέρεται και πολύ για τη θεωρητική σύνθεση. Χρησιμοποιεί μεθόδους αντλημένες από διάφορες προσεγγίσεις χωρίς να προσπαθεί να επιλύσει οποιεσδήποτε διαφωνίες μεταξύ των διαφορετικών σχολών. Ο Τεχνικός Εκλεκτισμός φαίνεται ιδιαίτερα απαραίτητος στην εργασία με διαφορετικό φάσμα πολιτισμικών και αξιακών υποβάθρων (Gilbert, M. & Orlans, V., 2011, σ.46 και Corey, G., 2001, σσ. 272-273). Σημαντικός στο χώρο του εκλεκτισμού είναι ο κλινικός ψυχολόγος και ερευνητής Arnold Lazarus (1932–2013), ο οποίος αυτοαποκαλούνταν «τεχνικός εκλεκτιστής».
Θα πρέπει να τονιστεί ότι πολλές φορές οι πρακτικές / τεχνικές επιλέγονται τυχαία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το θεωρητικό πλαίσιο πίσω από αυτές. Αυτό είναι γνωστό ως Συγκρητισμός (Syncretism), όπου ένας Σύμβουλος, έχοντας έλλειψη στις γνώσεις και στις ικανότητες, επιλέγει παρεμβάσεις, χρησιμοποιώντας οτιδήποτε φαίνεται να δουλεύει και συχνά δεν μπαίνει στη διαδικασία του να καθορίσει εάν αυτή η θεραπευτική προσέγγιση έχει αποτέλεσμα (Corey, G., 2001, σ. 272 και Corey, G., 2009, σσ. 448-449).
Αφομοιωτική Σύνθεση (Assimilative Integration)
Ο όρος εισήχθη το 1992 από τον καθηγητή ψυχολογίας Stanley B. Messer, όπου περιγράφει τη σταδιακή διαδικασία της αφομοίωσης νέων τεχνικών και ιδεών από άλλες προσεγγίσεις. Η αφομοιωτική σύνθεση συνδυάζει τα πλεονεκτήματα ενός ενιαίου θεωρητικού συστήματος με την ευελιξία μιας ποικιλίας παρεμβάσεων από πολλαπλά θεραπευτικά συστήματα (Gilbert, M. & Orlans, V., 2011, σ.48).
Συμπληρωματικότητα: συνδυασμός μεθόδων (θεωρητικός εκλεκτισμός)
Η συμπληρωματικότητα (complementarity) είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων βασικών αρχών από τις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις σε ένα σύνθετο μοντέλο, με στόχο να δοθούν καλύτερες υπηρεσίες στον πελάτη. Το τελικό προϊόν συνδυάζει τις δυνάμεις και των δύο προσεγγίσεων, όπου οι δυνάμεις κάθε μιας συμπληρώνει την αδυναμία της άλλης. Ο θεραπευτής και ο πελάτης μπορούν να ωφεληθούν από τα δυνατά σημεία και των δύο προσεγγίσεων (Corey, G., 2001, σ. 273) και Gilbert, M. & Orlans, V., 2011, σ.50).
Τέτοιες για παράδειγμα είναι η:
Γνωσιακή – Αναλυτική θεραπεία (Cognitive analytic therapy – CAT), η οποία αναπτύχθηκε από τον Anthony Ryle (1927–2016).
Διαλεκτική – Συμπεριφορική θεραπεία (Dialectical behavior therapy – DBT), η οποία αναπτύχθηκε από την ψυχολόγο Marsha M. Linehan (1943 – σήμερα)
Κοινοί Παράγοντες
Εφόσον, όπως αναφέραμε και παραπάνω, δεν υπάρχουν αξιοσημείωτες διαφορές στο αποτέλεσμα από τα διάφορα ψυχοθεραπευτικά μοντέλα, τότε η πιθανή εξήγηση είναι ότι πρέπει να υπάρχουν κάποιοι κοινοί ή μη ειδικοί παράγοντες, οι οποίοι εκδηλώνονται σε όλες τις θεραπείες, οι οποίοι διαφέρουν από τις τεχνικές ή τις παρεμβάσεις που σχετίζονται με το εκάστοτε μοντέλο. Αυτή άρα η κατηγορία της Σύνθεσης επιδιώκει να διερευνήσει τα κοινά στοιχεία μεταξύ διαφορετικών θεωρητικών συστημάτων. Μερικοί από αυτούς τους κοινούς παράγοντες περιλαμβάνουν την ανάπτυξη μιας θεραπευτικής συμμαχίας, την ευκαιρία για κάθαρση, την πρακτική νέων συμπεριφορών και τις θετικές προσδοκίες των πελατών. (Corey, G., 2001, σ. 273, O’ Brien, M. & Houston, G., 2004, σ. 39 και Corey, G., 2009, σσ. 450). Στο βιβλίο του John McLeod (2005), Εισαγωγή στη Συμβουλευτική, παρουσιάζεται ένας αναλυτικό κατάλογος Κοινών Παραγόντων που διευκολύνουν την αλλαγή μέσω της θεραπείας, οι οποίοι ταξινομούνται σε τρείς κατηγορίες: α. Χαρακτηριστικά του πελάτη, β. Προσόντα του Θεραπευτή, και γ. Διεργασίες Αλλαγής (McLeod, J., 2005, σ. 91).
Μέρος Β: Ενδεικτικά Συνθετικά Μοντέλα στη Συμβουλευτική
Στην πράξη η βασική στρατηγική για να επιτευχθεί η σύνθεση είναι να βρεθεί μια κεντρική θεωρητική έννοια ή ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να συμπεριληφθούν κάποιες από τις υπάρχουσες προσεγγίσεις. Σύμβουλοι και Ψυχοθεραπευτές με συνθετικό προσανατολισμό επιχειρούν να εντοπίσουν υψηλότερου επιπέδου δομές, που να μπορούν να αιτιολογήσουν την ύπαρξη μηχανισμών αλλαγής πέρα από ένα μοντέλο. Στόχος είναι η δημιουργία από το Σύμβουλο ενός «γνωστικού χάρτη» ο οποίος θα βοηθήσει να γίνουν κατανοητοί οι σύνδεσμοι και οι σχέσεις μεταξύ ιδεών και τεχνικών.
Υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα Συμβουλευτικών και Θεραπευτικών Προσεγγίσεων που χρησιμοποιούν τέτοιες υπερ-θεωρητικές ή υψηλότερου επιπέδου δομές, όπως
Δομές: Παρούσα Κατάσταση – Μελλοντική Κατάσταση (μοντέλο κατά Gerard Egan - Skilled Helper Model)
Δομές: Περιβάλλον – Συμπεριφορές – Ικανότητες - Πεποιθήσεις/Αξίες – Ταυτότητα (μοντέλο κατά Robert Dilts - neuro-logic levels)
Δομές: Συναίσθημα – Σκέψη – Δράση (μοντέλο κατά Geldard Kathryn και Geldard David)
Μοντέλο κατά Gerard Egan (Skilled Helper Model)
O καθηγητής οργανωσιακής ανάπτυξης και ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Σικάγο, ΗΠΑ Gerard Egan (1930 – σήμερα), το 1990 ανέπτυξε το μοντέλο για τον Εξειδικευμένο Υπεύθυνο Παροχής Βοήθειας (Skilled Helper Model), το οποίο χρησιμοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα στη Συμβουλευτική και αποτελεί ένα παράδειγμα χρήσης στρατηγικών για την επίτευξη της σύνθεσης.
Η βασική συνθετική έννοια που ανέπτυξε ο Egan είναι η διαχείριση των προβλημάτων. Η έμφαση δίνεται σε μια διαδικασία επίλυσης προβλημάτων που περιλαμβάνει τρία στάδια (McLeod, J., 2005, σσ. 103-104):
Α. Ο πελάτης ενισχύεται ώστε να περιγράψει και ερευνήσει της παρούσα κατάσταση.
Β. Ο πελάτης εκφράζει μια επιθυμητή κατάσταση που περιλαμβάνει μελλοντικούς στόχους και σκοπούς.
Γ. Ο πελάτης αναπτύσσει και θέτει σε εφαρμογή στρατηγικές ώστε να μεταβεί από την παρούσα κατάσταση στην επιθυμητή κατάσταση.
Ενδεικτικά, ο Σύμβουλος χρησιμοποιεί την ενσυναίσθηση (προσωποκεντρική προσέγγιση) και την Εσωτερική Συμφωνία για να εντοπίσει και προκαλέσει τα «τυφλά σημεία» του πελάτη (ψυχοδυναμική προσέγγιση).
Μοντέλο κατά Robert Dilts (neuro-logical levels)
Η ιδέα των Νευρολογικών Επιπέδων, γνωστά και ως Λογικά Επίπεδα του Ντίλτς (Dilts Logical Levels) αναπτύχθηκαν από τον Robert Dilts (πρωτοπόρος του NLP και ιδρυτής του NLP University στην Καλιφόρνια, ΗΠΑ) στις αρχές της ανάπτυξης του συστήματος Νεύρο-Γλωσσολογικός Προγραμματισμός (Neuro-Linguistic Programming – NLP), ως απόρροια των εργασιών του Gregory Bateson (1904-1980), και χρησιμοποιήθηκε για την εκμαίευση ευκαιριών και επίλυση προβλημάτων.

Κάθε φορά που ο πελάτης θέτει ένα παράπονο για μια κατάσταση που τον απασχολεί, ο Σύμβουλος το εντάσσει στο εκάστοτε επίπεδο και το χειρίζεται με τα εκάστοτε δεδομένα του επιπέδου. Τα επίπεδα που βρίσκονται κοντά στη βάση της πυραμίδας είναι αυτά που είναι πιο εύκολο να αλλάξουν, και η αλλαγή αυτή ενδέχεται να μην επιφέρει αλλαγές στα επίπεδα που είναι πιο κοντά στην κορυφή της πυραμίδας. Τα επίπεδα που είναι πιο κοντά στην κορυφή της πυραμίδας αλλάζουν πολύ πιο δύσκολα, αλλά οι αλλαγές τους επιφέρουν υποχρεωτικά αλλαγές στα πιο κάτω επίπεδα (Dilts, R.B, 1999, σσ. 243-253).
Μοντέλο κατά Geldard Kathryn και Geldard David (Συναίσθημα – Σκέψη - Δράση)
Δεδομένου ότι οι άνθρωποι είναι ολοκληρωμένα όντα, μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της συμβουλευτικής πρακτικής επικεντρώνεται στη σκέψη, το συναίσθημα και τη δράση. Η αποτελεσματική συμβουλευτική περιλαμβάνει την επάρκεια στο συνδυασμό γνωστικών, συναισθηματικών και συμπεριφορικών τεχνικών. Ένας τέτοιος συνδυασμός είναι απαραίτητος για να βοηθήσουμε τους πελάτες να σκεφτούν τις πεποιθήσεις τους, να βιώσουν σε συναισθηματικό επίπεδο τις συγκρούσεις στη ζωή τους, και να μεταφράσουν πραγματικά τις ιδέες τους σε προγράμματα δράσης συμπεριφερόμενοι με νέους τρόπους στην καθημερινή ζωή (Corey, G., 2001).
Το μοντέλο βασίζεται σε μια ολοκληρωμένη συνθετική διαδικασία, βασισμένη στις εργασίες των Geldard Kathryn και Geldard David, όπου οι δεξιότητες επιλέγονται διαδοχικά από συγκεκριμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις σε συγκεκριμένα στάδια της συμβουλευτικής διαδικασίας. Αυτή η διαδοχική χρήση συγκεκριμένων δεξιοτήτων επιτρέπει σε έναν σύμβουλο να βοηθήσει τον πελάτη να μετακινηθεί από μια θέση συναισθηματικής διαταραχής, να εξηγήσει πλήρως την κατάστασή του και να κατανοηθεί, να αντιμετωπίσει τα συναισθήματά του και να αλλάξει τη σκέψη και τη συμπεριφορά του έτσι ώστε να είναι σε θέση να κάνει ένα βήμα στο μέλλον με περισσότερη αυτοπεποίθηση (Geldard, K. & Geldard, D., 2005, σ.109).
Το Μοντέλο παρουσιάζεται διαγραμματικά παρακάτω:

Διευκολύνοντας τη συναισθηματική αλλαγή
Όπως γνωρίζουμε, οι περισσότεροι πελάτες έρχονται για συμβουλευτική βοήθεια όταν αντιμετωπίζουν κάποιο επίπεδο συναισθηματικής δυσφορίας. Αν και η συναισθηματική απελευθέρωση είναι ένα πολύ σημαντικό συστατικό της διαδικασίας αλλαγής, δεν αρκεί από μόνη της. Πολλοί πελάτες που απελευθερώνουν συναισθήματα κατά τη συμβουλευτική διαδικασία δεν μπορούν να κάνουν σημαντικές αλλαγές στη σκέψη και τη συμπεριφορά τους χωρίς να λάβουν πιο άμεση βοήθεια για να αντιμετωπίσουν τις σκέψεις και τις συμπεριφορές τους. Αυτοί οι οποίοι δεν είναι σε θέση να κάνουν αλλαγές στη σκέψη και τη συμπεριφορά τους είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίσουν ξανά τα ίδια προβλήματα στο μέλλον, όταν υπάρξουν και πάλι προβληματικές καταστάσεις (Geldard, K & Geldard, D., 2005, σσ. 111-112).
Διευκολύνοντας την γνωσιακή αλλαγή (αλλαγή τρόπου σκέψης)
Υπάρχουν συνήθως δύο στάδια για να βοηθηθεί ένας πελάτης να κάνει αλλαγές στη σκέψη του:
Το πρώτο στάδιο είναι να τον βοηθήσουμε να διευκρινίσει το πρόβλημά του. Συνήθως, οι άνθρωποι που έρχονται να δουν τους συμβούλους είναι πολύ μπερδεμένοι και δεν μπορούν να διευθετήσουν τις σκέψεις τους έτσι ώστε να μπορούν να δουν το πρόβλημά τους με σαφήνεια. Κατά συνέπεια, καθήκον του συμβούλου είναι να βοηθήσει το άτομο να δει την κατάστασή του με μεγαλύτερη σαφήνεια. Εδώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικές δεξιότητες συμβουλευτικής για να βοηθήσουν τον πελάτη να διευκρινίσει το πρόβλημά του. Σε αυτά περιλαμβάνεται η παράφραση του περιεχομένου, η σύνοψη, η χρήση ερωτήσεων και η πρόκληση (διερεύνηση ασυμφωνιών).
Το δεύτερο στάδιο περιλαμβάνει τη βοήθεια του πελάτη να αναδιαρθρώσει τις σκέψεις του ή να σκεφτεί διαφορετικά για το πρόβλημά του, ώστε να μπορεί να κάνει λογικές επιλογές για να του επιτρέψει να αισθάνεται πιο άνετα (Geldard, K. & Geldard, D., 2005, σ.112).
Οι δεξιότητες συμβουλευτικής που είναι πιο χρήσιμες για να βοηθήσουν έναν πελάτη να αναδιαρθρώσει τις σκέψεις περιλαμβάνουν τα παρακάτω:
Ομαλοποίηση (Normalising). Παροχή πληροφοριών στον πελάτη που τον βοηθά να κατανοήσει ότι τα συναισθήματα, οι αντιδράσεις ή / και η κατάστασή του είναι φυσιολογικά και αναμενόμενα παρά ασυνήθιστα.
Αναπλαισίωση (Reframing). Ο σύμβουλος βοηθά τον πελάτη να λάβει μια ευρύτερη και πιο θετική άποψη για ένα θέμα.
Αμφισβήτηση αυτοκαταστροφικών πεποιθήσεων του πελάτη. Η ιδέα αυτή προέρχεται από τη Λογικοθυμική Συμπεριφορική Θεραπεία (Rational-Emotive Behavior Therapy) του Albert Ellis, ο οποίος πίστευε ότι οι πελάτες μπορούν να βοηθηθούν εάν αυτό που αποκαλούσε «παράλογες πεποιθήσεις» αμφισβητηθούν και αντικατασταθούν από περισσότερο «ορθολογικές πεποιθήσεις».
Διερεύνηση πολικοτήτων. Μια στρατηγική της θεραπείας Gestalt.
Xρήση των δυνατών σημείων του πελάτη. Αυτή η μέθοδος βοηθά το άτομο να σκέφτεται πιο θετικά και να αρχίζει να αναγνωρίζει ότι έχει την ικανότητα να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις.
Χρήση της εμπειρίας του «εδώ και τώρα». Μια στρατηγική της θεραπείας Gestalt για την αύξηση της επίγνωσης στο εδώ και τώρα.
Διευκολύνοντας τη Συμπεριφορική αλλαγή
Μέχρι τώρα, έχουμε συζητήσει τρόπους να βοηθήσουμε έναν πελάτη χρησιμοποιώντας μεθόδους που περιλαμβάνουν συναισθηματική απελευθέρωση και αλλαγές στη σκέψη. Για ορισμένους πελάτες, αυτό μπορεί να είναι αρκετό για να προκαλέσει αλλαγή συμπεριφοράς, αλλά για άλλους η διαδικασία συμβουλευτικής πρέπει να κατευθύνεται πιο έντονα προς τις συμπεριφορές. Αλλάζοντας τις συμπεριφορές, μπορούμε να αποφύγουμε να επαναλάβουμε λάθη που έχουμε κάνει σε προηγούμενες περιόδους της ζωής μας. Μπορούμε να βοηθήσουμε έναν πελάτη να διερευνήσει τις επιλογές του για το μέλλον, να λάβει αποφάσεις σχετικά με τη μελλοντική του συμπεριφορά και να αναλάβει δράση ώστε να συμβεί αλλαγή.
Οι Σύμβουλοι που είναι ανοιχτοί σε μια συνθετική προοπτική μπορούν να ανακαλύψουν ότι πολλές θεωρίες μπορούν να διαδραματίσουν έναν κρίσιμο ρόλο στην προσωπική τους συμβουλευτική προσέγγιση. Αποδεχόμενοι ότι κάθε θεωρία έχει δυνατά και αδύναμα σημεία και είναι βάσει ορισμού «διαφορετική» από άλλες, οι Σύμβουλοι έχουν μια βάση για να αρχίσουν να αναπτύσσουν μια θεωρία που τους ταιριάζει.
Η δημιουργία μιας συνθετικής στάσης στη θεραπεία και συμβουλευτική είναι πραγματικά μια πρόκληση. Οι θεραπευτές και οι σύμβουλοι δεν μπορούν απλά να διαλέξουν κομμάτια από θεωρίες με τυχαίο και κατακερματισμένο τρόπο. Κατά τη διαμόρφωση μιας συνθετικής προοπτικής, είναι σημαντικό να ρωτήσετε: Ποιες θεωρίες παρέχουν τη βάση για την κατανόηση των γνωστικών διαστάσεων; Τι γίνεται με τις πτυχές των συναισθημάτων; Και τι γίνεται με τη διάσταση της συμπεριφοράς.
Η ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης θεωρητικής προοπτικής απαιτεί μεγάλη βιβλιογραφική μελέτη, σκέψη και πραγματική συμβουλευτική εμπειρία. Χωρίς ακριβή, σε βάθος γνώση αυτών των θεωριών, δεν μπορεί να διατυπωθεί μια πραγματική σύνθεση.
Βιβλιογραφία
Corey, G. (2001), Designing an Integrative Approach to Counseling Practice (this article is based on Gerald Corey’s (2001), The Art of Integrative Counseling, Pacific Grove, CA: Brooks/Cole), στο VISTAS Online, American Counseling Association, χωρίς χρονολογία.
Corey, G (2009), Theory and Practice of Counseling and Psychotherapy, Eighth Edition, USA: Thomson Books/Cole.
Dattilio, F. M., & Norcross, J. C. (2006). Psychotherapy integration and the emergence of instinctual territoriality. Archives of Psychiatry and Psychotherapy, 8(1), 5–6
Dilts, R.B. (1999), Sleight of Mouth, The Magic of Conversational Belief Change, USA, CA: Meta Publications.
Geldard, K. & Geldard, D. (2005), Practical Counselling Skills, An Integrative Approach, New York: PALGRAVE MACMILLAN.
Gilbert, M. & Orlans, V. (2011), Συνθετική Θεραπεία, 100 σημεία-κλειδιά & τεχνικές, (Μετάφραση Ρ. Καρακατσάνη), Αθήνα: Εκδόσεις Π. Ασημάκης.
Goldfried, M.R., Pachankis, J.E. and Bell, A.C. (2005), A History of Psychotherapy Integration, στο John C. Norcross & Marvin R. Goldfried ed., (2005) Handbook of Psychotherapy Integration (Second Edition), New York: Oxford University Press.
McLeod, J. (2005), Εισαγωγή στη Συμβουλευτική, Μετάφραση Δ. Καραθάνου, Α. Μαρκαντώνη, Αθήνα: Μεταίχμιο.
Norcross, J. C., & Beutler, L. E. (2008), Integrative psychotherapies. In R. J. Corsini & D. Wedding (Eds.), Current psychotherapies (8th ed., pp. 481–511). Belmont, CA: Brooks/Cole.
O’ Brien, M. & Houston, G. (2004), Συνθετική Θεραπεία, οδηγός για τον επαγγελματία Σύμβουλο & Ψυχοθεραπευτή, (Μετάφραση: Σ. Μεταξάς), Αθήνα: Εκδόσεις Π. Ασημάκης.
Schore, A.N. (2014), The Right Brain Is Dominant in Psychotherapy, στο American Psychological Association, Vol. 51, No. 3, 388–397.
Δόβελος, Γ. (2020), Σύγχρονη Κλινική Ύπνωση, Βιοθυμική Υπνοθεραπεία, Αθήνα: Εκδόσεις Λευκό Μελάνι.
Μπουκάι, Χ. (2010), Ο Δρόμος της Συνάντησης, Φύλλα Πορείας ΙΙ, (μετάφραση: Κωνσταντίνα Επισκοποπούλου), Αθήνα: Εκδόσεις Opera.
Σχόλια